guts·y [guht-see] Pronunciation Key

–adjective, guts·i·er, guts·i·est. Informal.

1. having a great deal of courage or nerve: a gutsy lampooner of the administration.
2. robust, vigorous, or earthy; lusty: gutsy writing; a gutsy red wine.


[Origin: 1890–95; guts + -y1; cf. -sy]

guts·i·ness, noun Unabridged (v 1.1)

gib·bon [gibuhn] Pronunciation KeyShow IPA Pronunciation


any small, slender, long-armed arboreal anthropoid ape of the genus Hylobates, of the East Indies and southern Asia: all gibbon species are reduced in number and some are very rare.


[Origin: 1760–70; < F, name of uncert. orig. used by Buffon]


Reference :

Από ale3andro

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.