feist·y [fahy-stee]

–adjective, feist·i·er, feist·i·est.

1. full of animation, energy, or courage; spirited; spunky; plucky: The champion is faced with a feisty challenger.
2. ill-tempered; pugnacious.
3. troublesome; difficult: feisty legal problems.

[Origin: 1895–1900, Americanism; feist + -y1]




1. a young deer, esp. an unweaned one.
2. a light yellowish-brown color.


3. light yellowish-brown.

–verb (used without object)

4. (of a doe) to bring forth young.

[Origin: 1225–75; ME fawn, foun < MF faon, foun, feon ≪ VL *fétōn-, s. of *fétō offspring, deriv. of L fétus fetus]



Από ale3andro

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.