Αναβάθμιση σε Ubuntu 8.04

hardy_splash
Creative Commons License photo credit: Suguss

Πριν από λίγη ώρα ολοκλήρωσα την αναβάθμιση σε Ubuntu 8.04 (a.k.a. Hardy Heron) στο laptop. Η αλήθεια είναι ότι πήρε πολλές ώρες να ολοκληρωθεί γιατί μάλλον ο φόρτος στους Server που φιλοξενούσαν το Ubuntu ήταν πολύ μεγάλος (δες εδώ). Τα μοναδικά μικρο-προβληματάκια είχανε να κάνουνε με την αναβάθμιση του virtual box (μηνύματα κατά τη διάρκεια εγκατάστασης των νέων πακέτων ότι δεν είναι δυνατή η αναβάθμιση). Τελικά το virtual box μετά το reboot δεν παίζει αλλά έχω την διάθεση να το ψάξω περισσότερο (update: η λύση βρίσκεται εδώ). Αυτό που νομίζω ότι θα απολαύσω περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι ο Firefox 3 και η δυνατότητα να χρησιμοποιώ shortcuts (copy, paste, cut κλπ) με το πληκτρολόγιο γυρισμένο στα Ελληνικά.

Η πρώτη δουλειά μετά την αναβάθμιση ήταν η αλλαγή των προφίλ που έχω στο ubuntu-gr.org και στο ubuntuforums για να τα ενημερώσω σχετικά με την διανομή που χρησιμοποιώ. Δυστυχώς το ubuntuforums δεν είχε σχετική επιλογή. Όχι ακόμη τουλάχιστον, ενώ τα παιδιά στο ubuntu-gr είχαν τις επιλογές ήδη έτοιμες.

Επίσης ένα μικρό tutorial που είχα ετοιμάσει για ελληνικούς υπότιτλους στο VLC από το μενού του δεξιού click του nautilus (και είχε αραχνιάσει σαν draft στο wordpress), δημοσιεύτηκε στο site του Συλλόγου Φίλων Λογισμικού Ανοιχτού Κώδικα (flak.gr) και βρίσκεται εδώ.

Welcome, Hardy Heron!

Ubuntu Logo
Creative Commons License photo credit: __Lolo__

hardy
[hahr-dee]

–adjective, -di·er, -di·est.

1.capable of enduring fatigue, hardship, exposure, etc.; sturdy; strong: hardy explorers of northern Canada.

2.(of plants) able to withstand the cold of winter in the open air.

3.requiring great physical courage, vigor, or endurance: the hardiest sports.

4.bold or daring; courageous: hardy soldiers.

5.unduly bold; presumptuous; foolhardy.

[Origin: 1175–1225; ME hardi < OF, ptp. of *hardir to harden, make brave < Gmc; cf. Goth -hardjan, OHG hartjan to harden]

—Synonyms 1. vigorous, robust, hale, stout, sound. 4. intrepid, resolute, brave.

—Antonyms 1. weak. 4. timid.

heron
[heruhn]

–noun
any of numerous long-legged, long-necked, usually long-billed birds of the family Ardeidae, including the true herons, egrets, night herons, and bitterns.

[Origin: 1275–1325; ME heiro(u)n, hero(u)n < MF hairon (F héron) < Gmc; cf. OHG heigir]

Source : Dictionary.com Unabridged (v 1.1)

Based on the Random House Unabridged Dictionary, © Random House, Inc. 2006.